...εφ' όλης της ύλης

Μια σελίδα με σκέψεις, κείμενα, άρθρα...που θέλω να μοιραστώ

Μια Ελλάδα χωρίς Τσιτσάνη, Καλδάρα, Χατζιδάκι, Γκάτσο, Θεοδωράκη...

Rate this item
(0 votes)

Κάποτε, πριν φύγει ο Απόστολος Καλδάρας μου είχε πει, “πιστεύω ότι έκανα καλά τη δουλειά μου”.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, όταν θέλησε να στηρίξει την πρώτη μου δισκογραφική δουλειά, μου είπε ότι “από εσάς τους νέους παίρνουμε κι εμείς φρεσκάδα και δύναμη να συνεχίσουμε”. Κι όταν οι δυο τους συναντηθήκανε, πείραζαν ο ένας τον άλλον σαν μικρά παιδιά, που παίζουν, αισθάνονται, δημιουργούν, ονειρεύονται. Ο Μάρκος Βαμβακάρης ακόμα χρωστάει του Απόστολου ένα πενηντάρικο, που είχε δανειστεί για να πάρει ένα σακάκι. Ο Τσιτσάνης τον κυνηγούσε πάντα, αλλά αυτός ο ανταγωνισμός τους έκανε και πιο δημιουργικούς. Θα μάλωνε την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που έφαγε πάλι όλα της τα λεφτά στα χαρτιά κι εκείνη θα τον αποκαλούσε βλάχο, στο στρογγυλό τραπεζάκι της γκαρσονιέρας της στην Δροσοπούλου. Ο Μίκης, τον οποίο είχα συναντήσει φοιτητής, τον αποκαλούσε Σοπέν του λαϊκού μας τραγουδιού κι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, τον εντάσσει στην “Αγία Τριάδα” του ελληνικού τραγουδιού. Άρα μπορούμε να πούμε ότι “έκανε καλά την δουλειά του”, αφού κι ο Απόστολος Καλδάρας και όλοι οι άλλοι συνάδελφοι του, δεν γράψανε απλά κάποια τραγούδια, αλλά δημιούργησαν πολιτισμό, κοινωνικό ιστό, τέχνη. Μια τέχνη που βρήκε πολλούς συνεργάτες, αλλά και συνεχιστές.

Γιατί όμως καταθέτω αυτή τη μικρή προσωπική μαρτυρία;
Ο λόγος είναι ότι αυτά τα ονόματα, όπως και πάρα πολλά άλλα Ελλήνων δημιουργών, μπορούν να αποτελέσουν τους ήρωες ενός φανταστικού διηγήματος, φτάνει να αλλάξεις μόνο τις ημερομηνίες και να έρθουμε στο σήμερα. Θα μπορούσε δηλαδή, το νοικιασμένο προσφυγικό σπίτι μας στη Νέα Χαλκηδόνα, ή το διαμερισματάκι στην Παιάνων στη Κυψέλη να είναι το ίδιο φτωχικό, αλλά ο πατέρας μου σήμερα, δεν θα μπορούσε να κάτσει στο σαλονάκι να γράψει, γιατί δεν υπάρχει εταιρεία να εκδώσει τα τραγούδια του, ούτε όμως και να βρει μια αξιοπρεπή δουλειά, αφού δεν ήταν τραγουδιστής, ήταν μόνο συνθέτης, δηλαδή δημιουργός και μάλιστα αδιάφορος για τις δημόσιες σχέσεις. Έτσι κι ο Τσιτσάνης δεν θα έφευγε απ' την κοινή τους πατρίδα, αλλά δίπλα στον αδελφό του τον Κίτσο, θα έπαιζε στο ουζερί του για τους φίλους. Όπως κι ο Χατζιδάκις, όσο κι αν ήταν πρόθυμος να παραχωρήσει τα δικαιώματα του για να έχει μια ευκαιρία να βγάλει ένα δίσκο, δεν θα έβρισκε κανέναν ενδιαφερόμενο. Ούτε θα στήριζε ένα Θέατρο Τέχνης, γιατί δεν υπάρχει πλέον. Ακόμα κι ο σκληροτράχηλος Μίκης απ την εξορία, θα ήταν το μαύρο πρόβατο των ΜΜΕ, αντιεμπορικός και διπλά εξόριστος κι απ' τη μουσική κι απ' την Ελλάδα.

Δυστυχώς όμως, αυτά πλέον δεν είναι δημιούργημα μιας μηδενιστικής φαντασίας. Είναι δημιούργημα της πραγματικότητας. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, ο πολιτισμός και οι τέχνες είχαν την “τιμητική θέση”, να είναι στις προτεραιότητες της απαξίωσης από το πολιτικό σύστημα και τελικά της κατάρρευσης.
Τα ενδεικτικά ονόματα των δημιουργών, τα αναφέρω απλά για να προσωποποιήσω το καταστροφικό μας μέλλον. Ο μελλοντικός Τσιτσάνης, Καλδάρας, Θεοδωράκης και οι υπόλοιποι σπουδαίοι σπουδαίοι συνθέτες και στιχουργοί, δεν έχουν θέση στην σημερινή μας κοινωνία. Όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά επειδή τους αποκλείσανε, τους καταργήσανε, επειδή τους σκοτώσανε.
Η πειρατεία στην αρχή, το ίντερνετ αργότερα, οι κρατικοί πελάτες, η συρρίκνωση και τελικά η εξαφάνιση των πνευματικών δικαιωμάτων, τα ΜΜΕ και η μάζα των νεοφιλελεύθερων ψηφοφόρων, αποτελέσανε το εκτελεστικό απόσπασμα της τέχνης του τραγουδιού και της μουσικής μας. Ήρθε η κρίση και τα μνημόνια και δώσανε την χαριστική βολή, γιατί δεν καταργήσανε ένα επάγγελμα μόνο, αλλά τον ίδιο μας τον πολιτισμό. Οι Έλληνες δημιουργοί είναι φορείς και συνεχιστές του πολιτισμού μας, είναι οι διαχρονικοί εκφραστές της ελεύθερης ψυχής της κοινωνίας. Κι αυτό φοβούνται περισσότερο οι υπόδουλοι κυβερνώντες, την ελεύθερη, ανυπάκουη έκφραση της ψυχής, που πηγάζει κατευθείαν απ΄ την κοινωνία. Αυτή που μας δίνει τη ξεχωριστή πολιτιστική και εθνική ταυτότητα και μας διαφοροποιεί απ' την ισοπεδωτική και καταστροφική ομογενοποίηση της παγκοσμιοποίησης της εξουσίας του κεφαλαίου και των ηγεμόνων, που ενδιαφέρονται μόνο για το κέρδος και την “αριθμοποίηση” του ανθρώπου.

Αν αναλογιστούμε λίγο, πότε το ελληνικό τραγούδι άνθιζε, μαζί με τον κοινωνικότητα, τους αγώνες του λαού, την αντίσταση και την αλληλεγγύη και τότε θα μιλήσουμε για εποχές δημιουργών. Έδιναν φωνή στη χαρά και στη λύπη, στον έρωτα, στην αντοχή και την υπομονή, έδιναν φωνή στο μέλλον και όνειρο στην ελπίδα. Θυμάμαι ακόμη τον Λεωνίδα Κύρκο, που μου έλεγε πως σφυρίζοντας το “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι”, έδιναν κουράγιο ο ένας στον άλλον με τον συγκρατούμενο του και αναλογίζομαι πως και στις δικές μας παρέες “γράφαμε την δική μας ιστορία” μ' ένα τραγούδι.
Χωρίς να αφαιρώ τους τόσους άξιους τραγουδιστές, αφού τους θεωρώ αναπόσπαστο κομμάτι του τραγουδιού, η πραγματικότητα μιλάει από μόνη της και μας λέει για την εποχή του ρεμπέτικου, με Βαμβακάρη, Τούντα, Παπάζογλου, Ρούκουνα, Γκόγκου κλπ, για την εποχή του λαϊκού τραγουδιού, με Τσιτσάνη, Μητσάκη, Καλδάρα, Ζαμπέτα κλπ, ακόμα και το πιο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, από τον Χατζιδάκι τον Θεοδωράκη, τον Μαρκόπουλο, τον Ξαρχάκο τον Λοΐζο, μέχρι Μικρούτσικο, Σαββόπουλο, Μαυρουδή, Νικολόπουλο, Κραουνάκη, αλλά και Μάλαμα, Ιωαννίδη, Παπακωνσταντίνου και μαζί με αυτούς εκατοντάδες άλλους, με κοινό παρανομαστή ότι όλοι ήταν και παραμένουν συνθέτες – δημιουργοί.
Συνδημιουργοί κι εξ ίσου σημαντικοί όμως, είναι και άλλοι τόσοι στιχουργοί και ποιητές που χτίσανε όλο το οικοδόμημα του ελληνικού τραγουδιού μαζί με τους συνθέτες. Κι εδώ ο κατάλογος είναι μακρύς. Απ' τον Τσάντα και τον Βίρβο, στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Πυθαγόρα, αλλά και από τον Γκάτσο, τον Ελύτη, μέχρι την Λίνα Νικολακοπούλου και τον Μανώλη Ρασούλη και τόσους άλλους, παλαιότερους και νεότερους.

Αυτή λοιπόν είναι η πραγματικότητα. Στον σημερινό μας “πολιτισμό” όλοι αυτοί είναι άχρηστοι και οι μελλοντικοί καλά θα κάνουν να ακολουθήσουν μιαν άλλη καριέρα. Μαζί μ' αυτούς και οι χιλιάδες μουσικοί κάθε είδους, που μας αποσυντονίζουν την αδιαφορία, την παθητικότητα και μπερδεύουμε τους αριθμούς απ' το πρωτογενές πλεόνασμα, αφού ο πολιτισμός σήμερα, όχι μόνο περισσεύει, αλλά είναι κι επικίνδυνος για το είδος του νέου πολίτη που θέλουν να φτιάξουν οι κυβερνήσεις του σκοταδισμού. Για τα βόδια, όπως είχε πει κάποιος, που θα περπατούν σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους.

Μπορεί λοιπόν όλοι αυτοί οι συνθέτες, οι στιχουργοί, να μην απασχολούν τα πρωτοσέλιδα της επικαιρότητας ή τα πρωϊνάδικα των τηλεοράσεων, έχουν όμως απασχολήσει και συνεχίζουν να απασχολούν όλη μας τη ζωή, αλλά και τη ζωή των επόμενων γενεών, που μπορεί να μην θυμούνται τον Σαμαρά, τον Βενιζέλο ή τον Στουρνάρα, αλλά σίγουρα θα θυμούνται την “Φραγκοσυριανή”, τη “Συννεφιασμένη Κυριακή”, το Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι”, το “Άξιον Εστί” τον “Μεγάλο Ερωτικό”, και τους ανθρώπους που γράψανε πολιτισμό. Γι' αυτό φοβάμαι μιαν Ελλάδα που πέρασε μέσα από κατοχή, από εμφύλιο, από χούντα και εξεγέρσεις με το τραγούδι, να είναι τώρα στείρα και μουγκή. Με τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, φυλακισμένους στη σιωπή.


Κώστας Καλδάρας

Διαδικτυακοί τόποι που συχνάζω

...εφ' όλης της ύλης

Αυτή η σελίδα είναι σαν μια εικονική σοφίτα όπου κρύβουμε και φανερώνουμε αναμνήσεις και όνειρα.

Ένας χώρος, που στεγάζεται το παρελθόν και σχεδιάζεται το μέλλον.

Σας αυτοσυστήνομαι λοιπόν, με τραγούδια, ζωγραφιές και σκίτσα, βιβλία, σκέψεις και φωτογραφίες κι ό,τι άλλο θα μπορούσε να με ανησυχεί.

Καλή αντάμωση να ‘χουμε…!

Κώστας Καλδάρας