...εφ' όλης της ύλης

Μικρά Διηγήματα

« ΤΟ ΡΟΥΧΟ»
(Απόσπασμα)
"...Είχε τα δίκια του, αλλά σε ακατάλληλη ώρα.

Η Σοφία δεν απάντησε, κάτι σπάνιο γι’ αυτή, αλλά, του γύρισε την πλάτη, κι άρχισε να ξεκουμπώνει ένα-ένα τα κουμπιά της ρόμπας της. Είχε σκύψει ελαφρά το κεφάλι και τα μάτια της ήταν καρφωμένα στον πλαϊνό καθρέφτη, απ’ όπου μπορούσε να βλέπει το μισό της κορμί και το πρόσωπο του Μπρούνο. Τα δικά του μάτια, έπαιζαν κρυφτό, με τον καθρέφτη και την γυμνή πλέον πλάτη της Σοφίας.
Άφησε την ρόμπα της να πέσει. Τα πάντα άλλαξαν χρώμα. Πήραν το χρώμα του δειλινού. Ζεστό χρώμα, με βαθιές σκιές που άφηναν να χωράει μέσα τους, μόνο το μελαχρινό δέρμα του κορμιού της Σοφίας. Μπροστά στο αμήχανο βλέμμα του Μπρούνο, διαγραφόταν καλογραμμένη, η δυνατή της πλάτη, σμιλεύοντας μια αγαλμάτινη κίνηση. Οι γλουτοί της, δυο υπέροχες μελωδικές φωνές, που όλο και δυνάμωναν όσο εκείνη έσκυβε για ν’ απαλλάξει απ’ τις κάλτσες, τις άκρες των ποδιών της. Μια στάση υπόκλισης στον έρωτα.
Αυτή η γυναίκα, είχε κάτι μαγικό. Όλη αυτή την ομορφιά της εικόνας της, μπορούσε να την μεταφέρει στο βλέμμα της μόλις σε κοιτούσε. Αυτό σκέφτηκε ο Μπρούνο την στιγμή που η Σοφία, χωρίς να γυρίσει το σώμα της, έστρεψε λίγο το κεφάλι πάνω απ’ τον δεξί της ώμο και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε με μια φευγαλέα κίνηση των χειλιών της και ξαναγύρισε σχεδόν αδιάφορη προς την ντουλάπα. Αυτό ήταν και το σήμα για να αρχίσει ένας ερωτικός χορός για δύο..."


«ΟΤΑΝ ΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ»
(Απόσπασμα)
"...Ήταν μέσα Φλεβάρη και είχε αρχίσει να βραδιάζει από νωρίς, Τον άκουσε να πλησιάζει. Αυτός, άναψε το πορτατίφ κι έκατσε στην δερμάτινη καρέκλα του γραφείου. Έριξε μια ματιά στο μπουκέτο με τα τριαντάφυλλα, με το γνωστό του βλέμμα, πιο λυπημένο από πριν, ίσως και κάπως αναστατωμένο. Έμεινε για λίγο σκεφτικός, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Μετά, πήρε ένα μεγάλο άλμπουμ με φωτογραφίες και άρχισε να τις κοιτάει. Ξεχώρισε μία και έμεινε να την αγγίζει σαν να ήθελε να την ζωντανέψει.
Το τριανταφυλλάκι, κόντεψε να πέσει απ’ το βάζο μέχρι να καταφέρει να δει ποιος ήταν σ’ αυτή την φωτογραφία. Τελικά μόλις αυτός την ακούμπησε στο γραφείο απέναντι απ’ το σκυφτό του πρόσωπο, μπόρεσε και το μικρό μπουμπουκάκι να την δει.
-«Μα ναι...! Αυτή ήταν...!» Τώρα θυμόταν. Την αναγνώρισε. Ήταν εκείνη που πρωταντίκρυσε, όταν το πρόσφερε χαμογελαστός ο κύριος, στο αεροδρόμιο.
«Καλωσόρισες»! Κι αυτή, το κρατούσε αγκαλιά σ’ όλη την διαδρομή, μέχρι το σπίτι. Ήταν η ίδια γυναίκα, που μαζί με τα άλλα τριαντάφυλλα, το έβαλε σ’ αυτό το βάζο.

-«Μα που είναι τώρα;» αναρωτήθηκε...."


«Η ΣΟΦΙΤΑ»

(Απόσπασμα)
"...Μια μέρα, πρωί θα ήταν, ακούστηκε να γυρίζει ένα κλειδί. Ένας ήχος ανάποδος, αλλά και τόσο ίδιος με αυτόν που είχε ακουστεί για τελευταία φορά εκεί μέσα.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ξανά ο χρόνος κι ένα αδύναμο φως, που το συνόδευε μια σκιά. Η σκιά ενός άντρα. Η σκιά, έγινε άντρας. Φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό κι ένα παλιό κοστούμι. Ήταν αξύριστος και τα μαύρα του φρύδια, ήταν ότι είχε απομείνει σε χρώμα απ’ τα νιάτα του.
Τα σάπια σανίδια της σοφίτας γουργουρίσαν τρίζοντας αγουροξυπνημένα. Τα παλιά έπιπλα, πέταξαν από πάνω τους λίγη απ ‘την σκόνη και τα παιχνίδια σταμάτησαν αμέσως την φασαρία και χαμογέλασαν αμήχανα. Μόνο η μυρωδιά της υγρασίας και της εγκατάληψης έτρεξε να τον υποδεχτεί.
Η φωτογραφία έμεινε ακίνητη, σαν να πήρε λίγο χρώμα, αλλά δεν γύρισε προς το μέρος του. Δεν χρειαζόταν άλλωστε, προς τα εκεί ήταν στραμμένη, χρόνια τώρα.
Το βλέμμα του άντρα περιδιάβηκε στο δωμάτιο. Δεν είχε αλλάξει τίποτα σ’ αυτό το βλέμμα, που κάποτε την αναστάτωνε. Κάθισε στην λιγότερο σπασμένη πολυθρόνα κι άναψε τσιγάρο. Ο καπνός γέμισε την μικρή σοφίτα χορεύοντας αγκαλιά με την σκόνη. Τον έβγαζε από μέσα του σαν ανάσα.
Ακούμπησε το τσιγάρο ανάμεσα στα ακροχείλια του και με μισόκλειστα μάτια κοίταξε την φωτογραφία, σαν να ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα με κάποιον που πριν από λίγο, του είχε κάνει την πιο απλή ερώτηση..."

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ
Για την μάνα μου

ΑΝΕΜΟΔΕΙΚΤΗΣ

Πρέπει να σ’ αποχαιρετήσω!
Εσένα, που ήσουν άνεμος
Δυνατός βοριάς και δεν μπορούσα να φτάσω,
Μόνο να σε νιώσω στην πρώτη μου ανάσα,
Όταν με γέννησες.

Κράτησες καιρό το βοριά στο πέρασμα σου
Βροντερή κι ανίκητη, σ’ αναγνώρησα
Όταν πια είχα σταθεί στη πρώτη ασταθή μου ισορροπία.

Τραγουδούσες γελαστή
Ανάμεσα στ’ ανθισμένα ερωτικά μου νιάτα
Όταν ερχόσουν πλουμιστό Ανατολικό αγέρι.
Και μοσχοβολούσε ο ήλιος με πειράγματα και όνειρα.

Σαν έγινες Νοτιάς,
Επιβλητική, σαν την υγρασία του φθινοπώρου,
Βαριοφυσούσες συμβουλές οικογενειακής σοβαρότητας
Και με σπιτικές συνταγές μαγειρικής,
Κεφαλοκαθόσουνα στα γιορτινά τραπέζια.

Τώρα;
Κουράστηκες Λούλα;
Πως να σ’ αναγνωρήσω σε αυτό το αργόσυρτο κι αδύναμο
Δυτικό αεράκι που σημαδεύει το στήθος μου;
Εσένα! Η δυνατή σου φωνή, πως γίνεται ψίθυρος απόστασης
Εσύ! Η πρώτη μου ανάσα
Πάει να γίνει η τελευταία σου;

Γίνε ξανά βοριάς ρε μάνα
Και πάμε πάλι απ’ την αρχή!
Δεν σταματάει ο άνεμος!

22/03/2011

Διαδικτυακοί τόποι που συχνάζω

...εφ' όλης της ύλης

Αυτή η σελίδα είναι σαν μια εικονική σοφίτα όπου κρύβουμε και φανερώνουμε αναμνήσεις και όνειρα.

Ένας χώρος, που στεγάζεται το παρελθόν και σχεδιάζεται το μέλλον.

Σας αυτοσυστήνομαι λοιπόν, με τραγούδια, ζωγραφιές και σκίτσα, βιβλία, σκέψεις και φωτογραφίες κι ό,τι άλλο θα μπορούσε να με ανησυχεί.

Καλή αντάμωση να ‘χουμε…!

Κώστας Καλδάρας